Από τους Atkinson & Shiffrin (1968) προτάθηκε ένα μοντέλο νοητικής λειτουργίας το οποίο προσομοιάζει με τη λειτουργία του υπολογιστή. Σύμφωνα μ' αυτό το μοντέλο οι πληροφορίες αποθηκεύονται στον εγκέφαλο σε τρία διαδοχικά στάδια:
α) Το στάδιο της αισθητιηριακής εγγραφής, β) της βραχύχρονης μνήμης και γ) της μακρόχρονης μνήμης. Είναι το αντίστοιχο hardware του νοητικού συστήματος που είναι έμφυτο και είναι εγκατεστημένο σε όλους τους ανθρώπους. Εκτός όμως από το μηχανικό υλικό υπάρχει και το το λογισμικό (software) με το οποίο γίνεται ο έλεγχος ροής τω ν πληροφοριών και η ανάπτυξη νοητικών στρατηγικών.
Στην αισθητηριακή εγγραφή (εικονική μνήμη) εισέρχονται αρκετές μονάδες πληροφοριών , αλλά παραμένουν σ' αυτήν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (περίπου 1-2 δευτερόλεπτα). Κατόπιν χάνονται αν δεν παρέμβει κάποια στρατηγική του νοητικού μας λογισμικού, ώστε να μεταφερθούν στο επόμενο στάδιο επεξεργασίας, τη βραχύχρονη μνήμη. Η βραχύχρονη μνήμη όμως έχει περιορισμένα όρια (7+2 μονάδες, εκτός αν γίνει συνένωση των πληροφοριών σε σύνολα) και για μικρό χρονικό διάστημα (20-30΄΄), εκτός κι αν επιστρατεύσουμε κάποια στρατηγική, π.χ. εσωτερική επανάληψη, οπότε παραμένουν οι πληροφορίες για λίγο μεγαλύτερο διάστημα στη βραχύχρονη μνήμη. Αν οι πληροφορίες δεν εξέλθουν του νοητικού μας συστήματος περνάνε στο τρίοτο στάδιο, αυτό της μακρόχρονης μνήμης, όπου εδώ υπάρχει απεριόριστος χώρος αποθήκευσης πληροφοριών. Για να χρησιμοποιήσουμε κάποια γνώση με σκοπό την επίλυση κάποιου προβλήματος ή την επίτευξη μιας νοητικής δραστηριότητας θα πρέπει να την ανασύρουμε από την αποθήκη της μακρόχρονης μνήμης. Για να είναι εύκολη η ανάκληση μιας πληροφορίας θα πρέπει κατά τους πιο πάνω ερευνητές να έχει καταχωρηθεί με τρόπο ανάλογο μ' αυτόν που ταξινομούνται τα ράφια μιας βιβλιοθήκης!